το χωριό

Ήταν στην τελευταία τριακονταετία του 1300 όταν ο αγιορείτης μοναχός Λαυρέντιος, με αφορμή την επικράτηση της αίρεσης των Βαρλαάμ και Ακινδύνου, άφησε για πάντα την Μονή της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Όταν έφτασε στο βουνό του Πηλίου, 20 χλμ ανατολικά του Βόλου και σε υψόμετρο 600 μέτρων, στην τοποθεσία που βρίσκεται σήμερα ο Άγιος Λαυρέντιος, το μόνο που υπήρχε ήταν μία μονή που είχαν χτίσει βενεδικτίνοι μοναχοί. Εκεί, ολοκληρώνει το 1378 το μοναστήρι του Αγίου Λαυρεντίου πάνω στην θέση του προηγούμενου και βέβαια δίνει το όνομα του στον οικισμό που αργότερα θα γινόταν ένα από τα μεγαλύτερα κεφαλοχώρια του Πηλίου.

Η απουσία ασφυκτικών κατοχικών δυνάμεων από τα ορεινά, η αυτοδιοίκηση, η σχετική αυτονομία, η ανεμπόδιστη αύξηση του πληθυσμού και η οικονομική άνθιση κατά τον 17ο και 18ο αιώνα οδηγούν τον Άγιο Λαυρέντιο σε υλική ευημερία. Όλα τα παράλια και οι πεδινές εκτάσεις Αγριάς και Λεχωνίων μοιράζονται στα δύο αντικρινά κεφαλοχώρια που τα χωρίζει η μεγάλη ρεματιά: στη Δράκεια και στον Άγιο Λαυρέντιο. Οι κάτοικοι αναπτύσσουν εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες, αποκτούν επαφή με τον ελληνισμό της διασποράς καθώς και με ευρωπαικά κέντρα, ενώ στο ντόπιο δυναμικό έρχονται να προστεθούν Ηπειρώτες, Βλάχοι και νησιώτες.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση λογίων, καλλιτεχνών, δασκάλων, μορφωμένων ιερέων, τη λειτουργία σχολείων και βιβλιοθηκών, οδηγούν σε μία εντόπια κοινωνία που ακόμη και σήμερα προδίδει, πέρα από την αγροτική της καταγωγή, μία αστική ιδιοσυγκρασία, ένα κράμα κοσμοπολίτικων συμπεριφορών που άλλοτε αμυδρά και άλλοτε ευκρινώς φαίνεται πίσω από κοινωνικές εκδηλώσεις και πρότυπα αλλά και πίσω από τα παλιά αρχοντικά και τις κλειστές αυλές που ακόμη δεσπόζουν σε αυτόν το τόπο.

Σήμερα, σχεδόν 650 χρόνια μετά τους πρώτους μοναχούς, ο Άγιος Λαυρέντιος παραμένει ένα χωριό με αυτοδύναμη κοινωνική ζωή, ενώ η συντηρημένη αρχιτεκτονική των κτισμάτων, το πλούσιο δίκτυο των καλντεριμιών, η πλήρης απουσία αυτοκινήτων και η φυσική του θέση μέσα σε πυκνό δάσος καστανιάς, οξιάς και ελιάς, δημιουργούν την αίσθηση ενός τόπου που παραμένει αμετάβλητος με το πέρασμα των αιώνων.